Δικτυακός τόπος για τις Τεχνολογίες Audio, Video, HiFi, High End, Home Entertainment
Greek site for Audio Video & Home Entertainment technologies
Tελευταία Ενημερωση/Last Update: Τρίτη, 05/03/2026

avmentor.net
Go to
AVMENTOR.net

23-24/05/2026, Εταιρική παρουσίαση

MBL 101 X-Treme MKII στο Heaven Audio

MBL 101 X-Treme MKII στο Heaven Audio

Κείμενο, φωτό: Δημήτρης Σταματάκος

Η αλήθεια είναι ότι τέτοια πράγματα δεν συμβαίνουν συχνά στην ελληνική αγορά και είναι δίκαιο να αποδώσεις τα εύσημα στον αντιπρόσωπο της MBL, AAAV, που αποτόλμησε μια τέτοια επένδυση. Στα δικά μου μάτια, πάντως, δικαιώθηκε απόλυτα: Το MBL 101 X-Treme MKII είναι, σίγουρα, ένα από τα πλέον εντυπωσιακά (και ακριβά, με τιμή €391.000) ηχεία που κυκλοφορούν αυτή την στιγμή στην παγκόσμια αγορά και βασίζεται σε ένα ιδιαίτερο τύπο μεγαφώνου, το Radialstrahler. Είχαμε την ευκαιρία να το δούμε και να το ακούσουμε αλλά και να μιλήσουμε με τον σχεδιαστή του, Jürgen Reis στον χώρο του Heaven Audio, στα πλαίσια της διήμερης παρουσίασης που οργάνωσε ο Γιάννης Μιχαηλός (ο οποίος επιμελήθηκε και το στήσιμο όλου του συστήματος).

MBL 101 X-Treme MKII στο Heaven Audio MBL 101 X-Treme MKII στο Heaven Audio

To 101 X-Treme MKII είναι ένα σύστημα τεσσάρων δρόμων το οποίο περιλαμβάνει δύο γούφερ, δύο μιντ και δύο τουίτερ Radialstrahler σε κατοπτρική συμμετρία στον κάθετο άξονα. Χαμηλά, υπάρχει ένας ενεργός κλάδος με τρία ζεύγη δωδεκάιντσων γούφερ ανά κανάλι.

Ο Jürgen Reis εξήγησε αρκετές από τις πλευρές του ηχείου που αποτελεί την ναυαρχίδα της MBL.


Το κορυφαίο ηχείο της γερμανικής εταιρίας, περιλαμβάνει δύο γούφερ, δύο μιντ και δύο τουίτερ (σε συστοιχία D'Appolito, με δύο τουίτερ), με όλες τις μονάδες να είναι τεχνολογίας Radialstrahler, την οποία έχει αναπτύξει η ίδια η εταιρία και τα εξελίσσει εδώ και πάνω από 40 χρόνια (από το 1979).
Το μεγάφωνο της MBL έχει σχήμα που ονομάζεται “επίμηκες σφαιροειδές” και μαζί με ένα ακόμη στερεό, το “πεπλατυσμένο σφαιροειδές” ανήκουν στην οικογένεια των αντικειμένων τριών διαστάσεων που προκύπτουν από την περιστροφή μιας έλλειψης. Φυσικά, το Radialstrahler δεν είναι στερεό με την γεωμετρική έννοια του όρου, αλλά μια σύνθετη δομή από καμπυλωμένες επιφάνειες οι οποίες έχουν ελαστικότητα και μπορούν να ταλαντωθούν, καθώς η μια πλευρά του σφαιροειδούς οδηγείται από ένα πηνίο φωνής και η άλλη (στο επάνω μέρος) είναι σταθερή. Η κίνηση του πηνίου φωνής μειώνει το μήκος του μεγάλου άξονα (ο οποίος είναι κατακόρυφος) και παράλληλα αυξάνει την διάμετρο. Αυτή η συστολή/διαστολή είναι που δημιουργεί το ηχητικό κύμα το οποίο διαδίδεται στον χώρο.
Τα ιδιαίτερα γνωρίσματα του Radialstrahler περιλαμβάνουν το γεγονός ότι δεν χρειάζεται αποκοπή της οπίσθιας ακτινοβολίας (δηλαδή καμπίνα), δεν απαιτεί μπάφλα με την συμβατική έννοια του όρου και ότι ακτινοβολεί παντοκατευθυντικά στο οριζόντιο επίπεδο. Αυτά, όλα, το κάνουν μια ιδιαίτερη περίπτωση δίπολου, η οποία έχει λόγους έχει σημαντικές διαφορές σε σχέση με ένα συμβατικό ηχείο, με σημαντικότερο παράγοντα την παντοκατευθυντική συμπεριφορά.
Το 101 X-Treme MKII είναι ένα σύστημα τεσσάρων δρόμων, καθώς συνοδεύεται από δύο ενεργά υπογούφερ των οποίων το ύψος ξεπερνά το 1.80m και διαθέτουν συνολικά 12 μονάδες των 12 ιντσών, ανά δύο σε καμπίνα των 86 λίτρων σε τοποθέτηση push-push (αυτό δίνει απόκριση που φθάνει τα 17Hz, αναφέρει η εταιρία). To X-Treme MKII είναι πλήρως ρυθμιζόμενο ώστε να προσαρμόζεται στον χώρο και στις προτιμήσεις του ακροατή.

MBL 101 X-Treme MKII στο Heaven Audio

Ο παθητικός κλάδος του συστήματος (δηλαδή το κυρίως ηχείο), οδηγήθηκε από δύο τελικούς 9008 Α ανά ηχείο, ρυθμισμένους ως μονομπλόκ. Κάθε ενισχυτής αποδίδει 440W/8ΩΩ, 840W/4Ω και μπορεί να φτάσει τα 1000W με φορτίο 2Ω, με στάδιο ισχύος σε τάξη ΑΒ, πολωμένος ώστε να αποδίδει τα πρώτα 50W σε τάξη Α.


Το σύστημα που είχαμε την ευκαιρία να ακούσουμε, περιελάμβανε ηλεκτρονικά επίσης της MBL, με το 1611F στην θέση του Streamer/DAC, τον προενισχυτή 6010D και τέσσερις μονομπλόκ τελικούς 9008Α (για τα κυρίως ηχεία τα οποία είναι παθητικά). Τα καλώδια που χρησιμοποιήθηκαν ήταν τα Arran της Atlas Cables (Transpose Speaker Grun ηχείων και OCC XLR interconnect) και η τροφοδοσία βασίστηκε σε conditioner και καλώδια της Gigawatt.
Η πρώτη εντύπωση που που αποκομίσαμε ακούγοντας το σύστημα της MBL ήταν αυτή μιας εντυπωσιακής στερεοφωνικής εικόνας, από την οποία έλειπε, εντελώς, το ίδιο το ηχείο. Το 101 X-Treme είναι πολύ μεγάλο σε μέγεθος αλλά εντελώς εξαφανισμένο ως πηγή και η ομοιογένεια του με τα θηριώδη υπογούφερ ήταν, πραγματικά, εντυπωσιακή. Το soundstage είχε εξαιρετικές διαστάσεις, ιδιαίτερα σαφές βάθος και πολύ καλή κίνηση. Αμέσως μετά, αυτό που σε χτυπάει είναι η ικανότητα του ηχεία για δυναμικά. Είναι κάτι που είχαμε παρατηρήσει και στην περίπτωση του “απλού” MBL 101 (E MKII) αυτό, αλλά εδώ το πράγμα ήταν σε άλλη κλίμακα. Το ηχείο ακούστηκε ανεξάντλητο με δυνατότητες για υψηλές στάθμες (έπαιξαν, βεβαίως και οι τέσσερις 9008Α τον ρόλο τους). Η τονική ισορροπία ήταν, επίσης,εξαιρετική, με τρομερές ικανότητες χαμηλά (αλλά χωρίς υπερβολές, εδώ ο Μιχαηλός και ο Jürgen Reis επέλεξαν τον δρόμο της ακρίβειας και όχι του εντυπωσιασμού, καθώς το ηχείο είναι πλήρως ρυθμιζόμενο). Το τελικό αποτέλεσμα ήταν “larger than life” και ίσως και κάτι παραπάνω! Έχει τύχει να ακούσω το σύστημα αυτό σε περιβάλλον έκθεσης και δεν θα διστάσω να γράψω ότι η απόδοσή του στον χώρο του Heaven ήταν σαφώς καλύτερη. Εννοείται ότι το avmentor.gr πραγματοποίησε on location δοκιμή τα ευρήματα της οποίας θα διαβάσετε αναλυτικά στο αντίστοιχο κείμενο τις επόμενες εβδομάδες.

MBL 101 X-Treme MKII στο Heaven Audio

Δύο μιντ και δύο τουίτερ σε συστοιχία D'Appolito, ώστε να υπάρχει έλεγχος στο πώς ακτινοβολεί το ηχείο στο κατακόρυφο επίπεδο.


Εν τω μεταξύ, αξίζει τον κόπο να διαβάσετε τι συζητήσαμε με τον Jürgen Reis, τον μηχανικό της MBL ο οποίος είναι υπεύθυνος για τον σχεδιασμό των Radialstrahler και των ηχείων της εταιρίας εδώ και πολλά χρόνια. Ο Reis όντας, καταφανώς, τεχνοκράτης δεν μασάει τα λόγια του και δίνει μερικές πραγματικά ενδιαφέρουσες και πειστικές εξηγήσεις για το θέμα της παντοκατευθυντικότητας και της αρχιτεκτονικής D'Appolito που χρησιμοποιεί στο 101 X-Treme MKII. Ιδού τι είπαμε:

Πρώτα απ’ όλα, πείτε μου τι το ιδιαίτερο έχει η μονάδα Radialstrahler;

Το ιδιαίτερο, από ακουστική άποψη, είναι ότι ο ήχος που ακτινοβολείται στον χώρο είναι ισορροπημένος και φυσικός. Έτσι είναι πολύ πιο κοντά στο πώς ακούς ζωντανή μουσική. Σε φέρνει πολύ πιο εύκολα σε μια κατάσταση όπου μπορείς να απολαύσεις τη μουσική όχι μόνο καθισμένος στο “σωστό σημείο”, αλλά και όρθιος, εκτός άξονα, ή οπουδήποτε στο δωμάτιο. Είναι πολύ πιο κοντά στην πραγματική εμπειρία της μουσικής. Όταν ξεκίνησα, σπουδάζοντας ηλεκτρολόγος μηχανικός, ήμουν επικεντρωμένος στην άμεση ακτινοβολία. Η διπλωματική μου εργασία ήταν ένα ενεργό ηχείο με τέλεια κρουστική απόκριση, άρα εστιασμένο κυρίως στην άμεση ακτινοβολία. Είχαμε έναν πολύ καλό ανηχοϊκό θάλαμο, αλλά ήδη, από τότε, συνειδητοποίησα ότι όταν έφερνα αυτά τα ηχεία στο σπίτι και τα άκουγα, παρόλο που οι μετρήσεις τους στον χώρο μου ήταν παρόμοιες με αυτές του ανηχοϊκού θαλάμου, ακούγονταν τελείως διαφορετικά. Έτσι κατάλαβα ότι υπάρχει κάτι πολύ περισσότερο πέρα από την άμεση ακτινοβολία ενός ηχείου. Σήμερα έχει αποδειχθεί ότι ο άμεσος ήχος που φτάνει στο αυτί χωρίς ανακλάσεις, είναι μόνο περίπου 4% από αυτό που είναι σημαντικό όταν αξιολογείς τη μουσική ή ένα ηχείο. Αυτό που προσπαθώ να αποφύγω είναι οι ανακλάσεις όταν σχεδιάζω αρχικώς το ηχείο. Είναι, όμως, πολύ σημαντικές για το γεγονός ότι το ηχείο “εξαφανίζεται” ως πηγή ήχου και ο ήχος απλώς υπάρχει μέσα στον χώρο.

Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι αν βάλεις στην εξίσωση τις ανακλάσεις του χώρου, δεν ακούς πια το ηχείο αλλά τον χώρο. Υπάρχει λοιπόν μεγάλη διαφορά ανάμεσα στον σχεδιασμό του ηχείου και σε αυτό που τελικά ακούς. Δεν ανησυχείτε μήπως ο ακροατής έχει κακό δωμάτιο, με προβλήματα που δεν έχουν αντιμετωπιστεί επαρκώς;

Αυτό είναι τελικά ένα μεγάλο πλεονέκτημα. Όπως κι αν είναι το δωμάτιο νεκρό, φωτεινό ή με έντονες ανακλάσεις, ο εγκέφαλος συνηθίζει να το αναγνωρίζει. “Α, τώρα είμαι σε αυτό το δωμάτιο”. Και όταν το ηχείο συμπεριλαμβάνει τον χώρο στην αναπαραγωγή του ήχου, τότε η μουσική που ακούς εκεί μέσα, ανεξαρτήτως των ιδιοτήτων του δωματίου, μοιάζει περισσότερο με το πώς θα ακουγόταν αν οι μουσικοί βρίσκονταν πραγματικά εκεί. Για τον εγκέφαλο είναι πιο εύκολο. Συμφωνώ ότι ο χώρος αλλάζει την ποιότητα του ήχου σε σχέση με αυτό που είχε στο μυαλό του ο ηχολήπτης, σωστά. Αλλά το πλεονέκτημα είναι ότι η μουσική ακούγεται παρόμοια με την πραγματική εκτέλεση μέσα σε αυτούς τους χώρους.

MBL 101 X-Treme MKII στο Heaven Audio

Η πηγή του συστήματος ήταν ένα MBL 1611F, ενώ ρόλο προενισχυτή έπαιξε ο MBL 6010D.


Λέτε, δηλαδή, ότι ο ακροατής μπορεί να αφαιρεί τα χαρακτηριστικά του χώρου επειδή τον αναγνωρίζει ασυνείδητα.

Ναι, αυτό φαίνεται, και μπορείς να ακούς για περισσότερη ώρα χωρίς κόπωση, επειδή υπάρχει αποδοχή. Φυσικά, ακούγεται διαφορετικά από την ηχογράφηση, χωρίς αμφιβολία.

Πώς μετράτε ένα τέτοιο ηχείο; Δεν μετράτε απλώς την κρουστική απόκριση. Τι κάνετε στο εργαστήριο;

Χρησιμοποιώ τις μετρήσεις που γνωρίζουμε ως spinorama. (ΣτΣ: To spinorama είναι μια ιδιαίτερα εκτεταμένη σειρά μετρήσεων από τις οποίες προκύπτουν καμπύλες απόκρισης ικανές να περιγράψουν με μεγάλη σαφήνεια τον τρόπο με τον οποίο αλληλεπιδρά το ηχείο με τον χώρο, λαμβάνοντας υπόψιν τις πλευρικές ανακλάσεις, καθώς και τις ανακλάσεις από το δάπεδο και την οροφή, μεταξύ άλλων.)

Έχω, όμως, την εντύπωση ότι δεν χρειάζεται τόσο το spinorama γιατί το ηχείο είναι παντοκατευθυντικό.

Πράγματι, η ακτινοβολία στον οριζόντιο άξονα είναι σταθερή με εύρος 360 μοιρών. Αλλά ενδιαφερόμαστε για το spinorama στο κατακόρυφο επίπεδο. Στα πρώτα χρόνια, όταν μπήκα στην MBL, προσπάθησα να κάνω το ηχείο απολύτως flat, αλλά ακουγόταν φρικτά. Αν η ανηχοϊκή απόκριση είναι επίπεδη, τότε στην κρίσιμη απόσταση από το ηχείο, εκεί που η άμεση ακτινοβολία ισούται με την ακτινοβολία από τις ανακλάσεις, η απόκριση πρέπει να έχει μια κλίση περίπου 3dB, επειδή οι πρώιμες ανακλάσεις έχουν παρόμοια ενέργεια με τον άμεσο ήχο. Αυτό συμβαίνει αυτόματα μέσα στον χώρο.

MBL 101 X-Treme MKII στο Heaven Audio

Οι καμπίνες των ενεργών υπογούφερ (με δύο δωδεκάιντσα ανά καμπίνα) είναι, φυσικά, εντυπωσιακές, ως κατασκευή.


Για τα μεγάλα συστήματα, όπως αυτό που ακούμε σήμερα, εδώ, ποιά είναι η κρίσιμη απόσταση;

Εξαρτάται από τον χρόνο αντήχησης. Ο ιδανικός χρόνος αντήχησης είναι περίπου 0,35 δευτερόλεπτα. Αυτό είναι το λεγόμενο “critical listening room”. Για μένα είναι το ιδανικό. Σε αυτή την αντήχηση, η κρίσιμη απόσταση είναι περίπου 3,5 μέτρα.

Επομένως η καλύτερη τοποθέτηση είναι απόσταση μεταξύ των ηχείων 3,5 μέτρα και θέση ακρόασης, επίσης, στα 3,5 μέτρα.

Ναι, τότε έχεις ισορροπία ανάμεσα στην ενέργεια από τον χώρο και από την άμεση ακτινοβολία. Αυτό δίνει τον ιδανικό συνδυασμό χροιάς και άρθρωσης.

Ποιο μέρος του σχεδιασμού του Radialstrahler ευθύνεται για αυτό το χαρακτήρα του ηχείου; Έχω την εντύπωση ότι είναι δύσκολη κατασκευή, επομένως θα πρέπει να έχετε καλούς λόγους για να χρησιμοποιείτε αυτή την προσέγγιση...

Είναι, πράγματι, πολύ δύσκολη κατασκευή. Επιτρέψτε μου να ξεκινήσω με λίγη ιστορία. Η βασική ιδέα ξεκινά από την ιστορία της εταιρείας. Ιδρύθηκε το 1979 και το 1981 ενώ ήμουν ακόμη στο πανεπιστήμιο, άκουσα αυτά τα ηχεία για πρώτη φορά σε μια έκθεση. Μου προκάλεσαν σύγχυση: από τη μία “εξαφανίζονταν” ως πηγή ήχου, αλλά από την άλλη είχαν και προβλήματα συντονισμών. Χρειάστηκε πολύς χρόνος για να καταλάβω πού είναι οι αδυναμίες και πώς να επιλέξω τα σωστά υλικά και τη σωστή διαμόρφωση ώστε να πετύχω την σωστή κρουστική απόκριση και την σωστή απόκριση συχνότητας.

MBL 101 X-Treme MKII στο Heaven Audio

Ως σύστημα, το 101 X-Treme MKII είναι εντυπωσιακό και ως προς τις διαστάσεις του. Σε σχέση με την εντύπωση που είχαμε αποκομίσει από διάφορες εκθέσεις, το στήσιμο στο Heaven Audio ήταν σαφώς καλύτερο.


Πώς σχεδιάζετε ένα ηχείο με τέτοιες μονάδες; ισχύει η προσέγγιση με τις κατανεμημένες παραμέτρους, ή χρησιμοποιείτε κάτι άλλο;

Το Radialstrahler δεν είναι κλασικό μεγάφωνο. Έχω, όμως, μαθηματικά μοντέλα και προσομοιώσεις που δείχνουν το πώς ο συντελεστής Young των στοιχείων που αποτελούν το μεγάφωνο, η κάμψη και το μήκος τους επηρεάζουν τη συμπεριφορά. Αν κάνεις το υλικό πιο άκαμπτο, ανεβαίνει η συχνότητα συντονισμού, αλλά αλλάζει και η βασική ιδιοσυχνότητα, άρα πρέπει να υπολογίσεις όλα τα στοιχεία μαζί. Όταν ξεκίνησα στην MBL, ξεκίνησα με τον σχεδιασμό του 101. Τότε, στα πρώτα χρόνια των 80s, το κάτω όριο του ηχείου ήταν μέχρι περίπου 60Hz γιατί οι ηχογραφήσεις της εποχής δεν περιελάμβαναν πολύ χαμηλές συχνότητες. Αργότερα όμως το μπάσο στο περιεχόμενο μουσικής αυξήθηκε. Τα δεδομένα του BBC (βασισμένα στις εκπομπές τους), δείχνουν ότι στο τέλος των 80s χρειαζόσουν μέχρι και 40Hz. Το 2009, με την εμφάνιση το πρώτου MBL101 X-Treme, η ανάγκη έφτασε ακόμα χαμηλότερα, περίπου στα 32Hz και κάτω. Η διαφορά της έκδοσης MKII που είναι το ηχείο που ακούμε σήμερα, δεν είναι το όριο στην απόκριση συχνότητας, είναι το περιθώριο που έχει στις χαμηλές συχνότητες, μέχρι και 14–17Hz, ανάλογα με τον χώρο, μπορεί δηλαδή να δώσει στάθμες μέχρι τόσο χαμηλά, κάτι που δεν συνέβαινε με το αρχικό μοντέλο.

Υπάρχουν δυσκολίες στα crossover;

Πρέπει να λάβεις υπόψη την ενέργεια και την ακτινοβολία και στην περίπτωση του συγκεκριμένου μεγαφώνου, το γεγονός ότι είναι παντοκατευθυντικό. Κάθε οικογένεια φίλτρου έχει τα δικά της υπέρ και κατά. Χρησιμοποιώ φίλτρα τύπου Linkwitz-Riley 4ης τάξης, που προσφέρουν μια καλή ισορροπία σε όλα αυτά.

Πώς σχεδιάζετε την ενσωμάτωση του τουίτερ και του μιντ σε ένα τρίδρομο σύστημα; Γιατί εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με συνήθεις θόλους και κώνους...

Το μεγάλο πλεονέκτημα είναι ότι οι κάθετοι άξονες είναι συνευθειακοί. Ακόμα κι αν το γούφερ φαίνεται “παχύτερο”, ακουστικά το κέντρο παραμένει κοινό, επειδή υπάρχει συμμετρία γύρω από τον κάθετο άξονα. Αυτό σημαίνει ότι τα ακουστικά κέντρα βρίσκονται στην ίδια κάθετο, επομένως έχουμε να κάνουμε με έναν χρονικώς συνεπές σύστημα. Τα subwoofer είναι ενεργά και χρησιμοποιώ ένα all-pass φίλτρο, ώστε να μπορώ να “μετακινώ” ακουστικά το sub έως και ±3 μέτρα. Οι τοίχοι έχουν τεράστια επίδραση στην συνολική ενέργεια χαμηλά, μεγαλύτερη από αυτή που έχει το ίδιο το ηχείο. Όταν κάνεις μια μέτρηση και οι τοίχοι έχουν μεγάλη ελαστικότητα, ακόμα κι αν το ηχείο είναι κοντά στο μικρόφωνο, ας πούμε στο ένα μέτρο, ο χώρος μπορεί να επιδράσει έτσι ώστε το ηχείο να φαίνεται ότι βρίσκεται στα δύο μέτρα! Αν τα όρια του χώρου είναι πολύ σκληρά και άκαμπτα, τότε η συμμετοχή τους μπορεί να κάνει το ηχείο να φαίνεται ότι πλησιάζει πολύ στο μικρόφωνο. Αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν και στην κανονική χρήση.

Έχετε σκεφτεί να πουλήσετε μεγάφωνα σε άλλους κατασκευαστές;

Ποτέ. Κατηγορηματικά ποτέ. Έχουμε κάποιες ιδέες για την προσαρμογή του Radialstrahler σε συστήματα αυτοκινήτου και έχουμε κατασκευάσει κατά καιρούς κάποια custom συστήματα για σκάφη.

MBL 101 X-Treme MKII στο Heaven Audio

Υπάρχουν κάποια σχέδια για το μέλλον που μπορείτε να μοιραστείτε μαζί μας;

Πάντα υπάρχει περιθώριο για βελτίωση. Για παράδειγμα, το MBL-101 εξελίχθηκε σε X-Treme, επειδή σε μεγάλες αίθουσες υπήρχε ανάγκη για μεγαλύτερη ισχύ και μεγαλύτερο headroom. Μας ζητήθηκε, από την αγορά, ένα μεγαλύτερο ηχείο και έτσι καταλήξαμε σε αυτή την αρχιτεκτονική D'Appolito. Αφού σχεδίασα το ηχείο, κατάλαβα ότι η συμμετρία του μειώνει τους κραδασμούς και αυξάνει την ανάλυση. Η αντίθετη-συμμετρική κίνηση των μεγαφώνων μειώνει την παραμόρφωση και τους κραδασμούς του συστήματος που διαδίδονται με μηχανικό τρόπο στο περιβάλλον. Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι οι βελτιώσεις που κάναμε στα γούφερ, στην περίπτωση του ΜΚΙΙ, φάνηκε επηρεάζουν και την αντίληψη των υψηλών συχνοτήτων, εξαιτίας της παραμόρφωσης από διαμόρφωση, κάτι που, επίσης, δεν είχα προβλέψει. Δεν είναι ότι ακούς το 0.5% της παραμόρφωσης στα 40Hz. Ακούς όμως την διαμόρφωση ενός τόνου υψηλών συχνοτήτων από την παραμόρφωση αυτή. Αυτό απαντά στην ερώτησή σας. Υπάρχει πάντα περιθώριο βελτιώσεων, συχνά, σε περιοχές που δεν έχεις σκεφτεί.

Το 101 ΜΚΙΙ χρησιμοποιεί μια αρχιτεκτονική που μοιάζει με D'Appolito...

Δεν μοιάζει, είναι D'Appolito...

Έχει δύο τουίτερ όμως...

Ο ίδιος ο D'Appolito έχει περιγράψει συστοιχίες με δύο τουίτερ. Υπάρχει, πράγματι, φαινόμενο φίλτρου χτένας στην ανηχοϊκή μέτρηση, αλλά η μέτρηση αυτή προσομοιώνει μόνο την αρχική εντύπωση που σχηματίζουμε για τον ήχο, προσαρμοσμένη εξελικτικά (για την αποφυγή κινδύνων στην φύση). Στο διάστημα που ακολουθεί, των 3–10ms, ο εγκέφαλος επεξεργάζεται διαφορετικά το ερέθισμα. Στην πράξη, το combing δεν αποτελεί πρόβλημα. Το ίδιο ισχύει και για τις μονάδες μεσαίων. Ασφαλώς κοιτάζεις το πώς αλληλεπιδρούν οι μονάδες στα πρώτα ms γιατί σου δίνει πληροφορίες για το σύστημα που σχεδιάζεις, αλλά ακουστικά, στο επίπεδο της μουσικής, δεν αποτελεί πρόβλημα.

Έχω καταλάβει ότι το σύστημα που ακούμε σήμερα έχει πολλές ρυθμίσεις. Μιλήστε μου, λίγο, γι αυτές.

Το πρώτο πράγμα που μπορείς να ρυθμίσεις είναι η στάθμη των υπογούφερ. Αυτό γίνεται ανάλογα με τον αριθμό ατόμων στον χώρο και υπολογίζουμε ότι έχουμε απορρόφηση περίπου 0.2dB ανά άτομο. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να λαμβάνεται πάντοτε υπόψιν και το κάνουμε επίσης και στο περιβάλλον του στούντιο. Η επόμενη ρύθμιση αφορά τον συντελεστή ποιότητας Q στην αποκοπή των χαμηλών συχνοτήτων, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά απορρόφησης του χώρου και η τελευταία ρύθμιση είναι η χρονική καθυστέρηση μεταξύ των ηχείων και των υπογούφερ σε ένα εύρος ±9ms το οποίο αντιστοιχεί σε διαφορά απόστασης ±3 μέτρα. Στο MKII έχω προσθέσει ακόμη την δυνατότητα ρύθμισης της απόκρισης σε δυο περιοχές, σε εύρος 20–100Hz, με ρύθμιση του Q και της συχνότητας αποκοπής, ώστε να αντισταθμίζουμε την επίδραση των στάσιμων κυμάτων του χώρο, κάτω από την συχνότητα Schroeder. Πριν την χρήση των φίλτρων αυτών προτείνουμε, βεβαίως, την χρήση της κλασικής μεθόδου, όπου τοποθετείται το subwoofer στη θέση ακρόασης, περπατάς στον χώρο με brown noise και βρίσκεις το πιο ομοιόμορφο σημείο, και μετά να ανταλλάσσεις τη θέση ακρόασης με αυτό.

Σας ευχαριστώ πολύ.


info: All About Audio Video, τηλ.: 213-0998.206, Επίδειξη-πώληση: Heaven Audio, τηλ.: 210 506632, web: https://aaav.gr/, https://www.heavenaudio.gr/, https://www.mbl.de/